7 αποτελέσματα για «腿»

もも N1

ουσιαστικό

  1. 01 μηρός
腿上げ ももあげ

ουσιαστικό

  1. 01 μονόπλευρη ανύψωση γονάτων (ασκησιολόγιο κατά το οποίο κάποιος φέρνει τα γόνατά του ψηλά ενώ περπατά ή τρέχει)
腿骨 たいこつ

ουσιαστικό

  1. 01 οστά του μηρού και της κνήμης
腿赤ノスリ ももあかノスリ

ουσιαστικό

  1. 01 γερακίνα του Χάρις (Parabuteo unicinctus), γερακίνα Χάρις
腿節 たいせつ

ουσιαστικό

  1. 01 μηριαίο (στην εντομολογία)
腿口類 たいこうるい

ουσιαστικό

  1. 01 μεροστόματα (ομάδα που περιλαμβάνει τους ευρυπτερίδες και τα ετερόστομα)
  1. 01 μηρός
  2. 02 μηριαίο οστό