17 αποτελέσματα για «膜»
膜 まく N3
ουσιαστικό
- 01 μεμβράνη, λεπτό στρώμα
膜状 まくじょう
ουσιαστικό
- 01 μεμβρανώδης, λεπτός σαν μεμβράνη
膜質 まくしつ
ουσιαστικό
- 01 μεμβρανώδης ιδιότητα
膜電位 まくでんい
ουσιαστικό
- 01 δυναμικό μεμβράνης
膜翅目 まくしもく
ουσιαστικό
- 01 υμενόπτερα
膜翅類 まくしるい
ουσιαστικό
- 01 υμενόπτερα
膜壁 まくへき
ουσιαστικό
- 01 μεμβρανώδες τοίχωμα
膜鳴楽器 まくめいがっき
ουσιαστικό
- 01 μεμβρανόφωνο
膜型キーボード まくがたキーボード
ουσιαστικό
- 01 πληκτρολόγιο μεμβράνης
膜迷路 まくめいろ
ουσιαστικό
- 01 μεμβρανώδης λαβύρινθος (του εσωτερικού ωτός), μεμβρανώδης λαβύρινθος
膜骨 まくこつ
ουσιαστικό
- 01 μεμβρανώδες οστό
膜性迷路 まくせいめいろ
ουσιαστικό
- 01 μεμβρανώδης λαβύρινθος (του έσω ωτός)
膜性骨 まくせいこつ
ουσιαστικό
- 01 μεμβρανώδες οστό
膜性 まくせい
ουσιαστικό
- 01 μεμβρανώδης
膜性腎症 まくせいじんしょう
ουσιαστικό
- 01 μεμβρανώδης νεφροπάθεια
膜厚 まくあつ
ουσιαστικό
- 01 πάχος υμένα, πάχος επικάλυψης
膜
- 01 μεμβράνη