17 αποτελέσματα για «膠»

膠着状態 こうちゃくじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 αδιέξοδο, στασιμότητα, τέλμα, ακινησία
膠着 こうちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκόλληση, προσκόλληση
  2. 02 αδιέξοδο, τέλμα, στασιμότητα
  3. 03 συγκόλληση
にかわ

ουσιαστικό

  1. 01 ζωική κόλλα (συνήθως από κόκαλα ζώων και ψαριών, δέρμα, κ.λπ.)
膠原病 こうげんびょう

ουσιαστικό

  1. 01 κολλαγονωση
膠質 こうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 κολλοειδές
膠付け にかわづけ

ουσιαστικό

  1. 01 νικαουτζούκε (κόλλημα με ζωική κόλλα)
膠着語 こうちゃくご

ουσιαστικό

  1. 01 κολλητική γλώσσα
膠泥 こうでい

ουσιαστικό

  1. 01 κονίαμα
膠漆 こうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 κόλλα και βερνίκι, μεγάλη οικειότητα
膠状 こうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κολλοειδής
膠化 こうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ζελατινοποίηση
膠着剤 こうちゃくざい

ουσιαστικό

  1. 01 συγκολλητικό, συνδετικό μέσο, κόλλα, συγκολλητικός παράγοντας
膠原質 こうげんしつ

ουσιαστικό

  1. 01 κολλαγόνο
膠原線維 こうげんせんい

ουσιαστικό

  1. 01 κολλαγόνο ίνα
膠嚢 こうのう

ουσιαστικό

  1. 01 ζελατινένια κάψουλα
膠芽腫 こうがしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 γλοιοβλάστωμα
  1. 01 κόλλα
  2. 02 ιχθυόκολλα, διαφανής ζελατίνη