11 αποτελέσματα για «臓»

臓器 ぞうき

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικά όργανα, σπλάχνα
臓物 ぞうもつ

ουσιαστικό

  1. 01 εντόσθια, σπλάχνα, πατσάς
臓腑 ぞうふ

ουσιαστικό

  1. 01 σπλάχνα
ぞう

ουσιαστικό

  1. 01 σπλάχνα, εσωτερικά όργανα
臓器移植 ぞうきいしょく

ουσιαστικό

  1. 01 μεταμόσχευση οργάνου
臓器売買 ぞうきばいばい

ουσιαστικό

  1. 01 εμπόριο οργάνων
臓器提供 ぞうきていきょう

ουσιαστικό

  1. 01 δωρεά οργάνων
臓器提供者 ぞうきていきょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δότης οργάνων
臓器クローニング ぞうきクローニング

ουσιαστικό

  1. 01 κλωνοποίηση οργάνων
臓器感覚 ぞうきかんかく

ουσιαστικό

  1. 01 σπλαχνική αίσθηση, οργανική αίσθηση
  1. 01 σπλάχνα, εντόσθια
  2. 02 σπλάχνα, εντόσθια
  3. 03 έντερα