10 αποτελέσματα για «臼»

うす

ουσιαστικό

  1. 01 μυλόπετρα, γουδί
臼砲 きゅうほう

ουσιαστικό

  1. 01 ολμοβόλο
臼歯 きゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 τραπεζίτης (δόντι), γομφίος, προγόμφιος
臼状火山 きゅうじょうかざん

ουσιαστικό

  1. 01 κωνικό ηφαίστειο
臼蓋形成不全 きゅうがいけいせいふぜん

ουσιαστικό

  1. 01 δυσπλασία της κοτύλης
臼蓋 きゅうがい

ουσιαστικό

  1. 01 κοτύλη
臼搗く うすづく

ρήμα

  1. 01 κοπανίζω (ρύζι κ.λπ.)
臼茸 うすたけ

ουσιαστικό

  1. 01 ουστάκε (Turbinellus floccosus), αγκαθωτή κανθαρέλλα, μαλλιαρή κανθαρέλλα
臼玉 うすだま

ουσιαστικό

  1. 01 δισκοειδής χάντρα (περιόδου Κοφούν), διάτρητες χάντρες νεφρίτη
  1. 01 γουδί