4 αποτελέσματα για «舁»

舁く かく

ρήμα

  1. 01 μεταφέρω στους ώμους μου (ιδίως για δύο ή περισσότερα άτομα που κουβαλούν φορείο, κ.λπ.)
舁き入れる かきいれる

ρήμα

  1. 01 εισκομίζω, μεταφέρω μέσα
舁き上げる かきあげる

ρήμα

  1. 01 σηκώνω στους ώμους (φορείο)
  1. 01 σηκώνω
  2. 02 φέρω