16 αποτελέσματα για «舎»

しゃ

ουσιαστικό

  1. 01 καλύβα, σπίτι
  2. 02 πανδοχείο, φοιτητική εστία, κοιτώνας
  3. 03 ημερήσια πορεία (περίπου 12,2 χλμ)
舎弟 しゃてい

ουσιαστικό

  1. 01 μικρότερος αδελφός
  2. 02 υφιστάμενος (π.χ. στη γιακούζα), νεότερος άνδρας συνάδελφος, επισφραγισμένος μικρότερος αδελφός
舎人 しゃじん

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτης, θαλαμηπόλος, ακόλουθος
  2. 02 πρόσωπο που εργάζεται σε στενό περιβάλλον με τον αυτοκράτορα ή την αυτοκρατορική οικογένεια
  3. 03 χαμηλόβαθμος αξιωματούχος που εργάζεται για την αυτοκρατορική οικογένεια ή την αριστοκρατία (υπό το σύστημα ριτσουριό)
  4. 04 βοσκός βοδιών για βόεια κάρα, ιπποκόμος
  5. 05 τιμητικός κατώτερος αξιωματούχος του Συμβουλίου Τελετών του Υπουργείου Αυτοκρατορικής Αυλής που εμπλέκεται σε διάφορα καθήκοντα σχετικά με τελετές
舎監 しゃかん

ουσιαστικό

  1. 01 έφορος οικοτροφείου
舎利 しゃり

ουσιαστικό

  1. 01 οστά που απομένουν μετά την καύση νεκρού (ειδικότερα εκείνα του Βούδα ή ενός Μποντισάτβα)
  2. 02 κόκκος ρυζιού, μαγειρεμένο ρύζι
舎利殿 しゃりでん

ουσιαστικό

  1. 01 ναός φύλαξης ιερών λειψάνων
舎宅 しゃたく

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικία
舎利塔 しゃりとう

ουσιαστικό

  1. 01 λειψανοθήκη
舎営 しゃえい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρατοπέδευση, διαμονή
舎費 しゃひ

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος συντήρησης κοιτώνα
舎兄 しゃけい

ουσιαστικό

  1. 01 ο μεγαλύτερος αδελφός κάποιου
舎利別 しゃりべつ

ουσιαστικό

  1. 01 σιρόπι
舎路 シアトル

ουσιαστικό

  1. 01 Σιάτλ
舎密 セイミ

ουσιαστικό

  1. 01 χημεία
舎密 しゃみつ

ουσιαστικό

  1. 01 χημεία
  1. 01 εξοχικό σπίτι
  2. 02 πανδοχείο
  3. 03 καλύβα
  4. 04 σπίτι
  5. 05 έπαυλη