9 αποτελέσματα για «舗»

舗装 ほそう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ασφαλτόστρωση (ενός δρόμου), επίστρωση (με άσφαλτο, μπετόν κ.λπ.), οδόστρωμα
舗道 ほどう

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλτοστρωμένος δρόμος, πλακόστρωτος δρόμος
舗装道路 ほそうどうろ

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλτοστρωμένος δρόμος, πλακόστρωτος δρόμος
舗装路 ほそうろ

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλτοστρωμένος δρόμος

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 κατάστημα, μαγαζί
  2. 02 επιμετρητής για αναδιπλούμενα αντικείμενα όπως χάρτες κ.λπ.
舗石 ほせき

ουσιαστικό

  1. 01 πλακόστρωτο
舗装煉瓦 ほそうれんが

ουσιαστικό

  1. 01 πλακόστρωτο τούβλο
舗装機械 ほそうきかい

ουσιαστικό

  1. 01 μηχάνημα ασφαλτόστρωσης, ασφαλτοστρωτήρας
  1. 01 κατάστημα
  2. 02 κατάστημα, μαγαζί
  3. 03 στρώνω