24 αποτελέσματα για «舟»

舟を出す ふねをだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 βγάζω τη βάρκα στη θάλασσα, σπρώχνω το σκάφος στο νερό
舟橋 ふなばし

ουσιαστικό

  1. 01 γέφυρα από πλωτήρες, πλωτή γέφυρα
舟盛り ふなもり

ουσιαστικό

  1. 01 σούσι σερβιρισμένο σε σκάφος
舟行 しゅうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαρκάδα, ιστιοπλοΐα, ναυσιπλοΐα
舟歌 ふなうた

ουσιαστικό

  1. 01 ναυτικό τραγούδι, τραγούδι της βάρκας, θαλασσινό τραγούδι
  2. 02 βαρκαρόλα
舟形 ふながた

ουσιαστικό

  1. 01 σκαφοειδής, σε σχήμα βάρκας
舟路 しゅうろ

ουσιαστικό

  1. 01 θαλάσσια διαδρομή, ταξίδι, θαλάσσιο ταξίδι
舟運 しゅううん

ουσιαστικό

  1. 01 θαλάσσια μεταφορά (π.χ. με πλοίο)
舟艇 しゅうてい

ουσιαστικό

  1. 01 βάρκα, σκάφος
舟を編む ふねをあむ

ουσιαστικό

  1. 01 Η Μεγάλη Διάβαση (μυθιστόρημα του 2011 της Σιόν Μιούρα, ταινία του 2013, τηλεοπτική σειρά κινουμένων σχεδίων του 2016)
舟券 ふなけん

ουσιαστικό

  1. 01 δελτίο στοιχηματισμού αγώνων ταχυπλόων
舟状骨 しゅうじょうこつ

ουσιαστικό

  1. 01 σκαφοειδές οστό (του ποδιού), σκαφοειδές οστό (του χεριού)
舟祭り ふなまつり

ουσιαστικό

  1. 01 φουναματσούρι, γιορτή των πλοίων, φεστιβάλ με φορητά ιερά που μεταφέρονται πάνω σε πλοιάρια
舟航 しゅうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαρκάδα, ιστιοπλοΐα
舟囲い ふながこい

ουσιαστικό

  1. 01 φουναγκακόι, στρατηγική οχύρωσης σκαφών σε σκάκι σόγκι
舟下り ふなくだり

ουσιαστικό

  1. 01 κατάβαση ποταμού με βάρκα
舟嚢炎 とうのうえん

ουσιαστικό

  1. 01 ναβικουλίτιδα, σύνδρομο του εμβάλου
舟状 しゅうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 βαρκοειδής, σκαφοειδής
舟偏 ふねへん

ουσιαστικό

  1. 01 το ριζικό που σημαίνει «πλοίο» και τοποθετείται στα αριστερά ενός κάντζι
舟鴨 ふながも

ουσιαστικό

  1. 01 φούναγκάμο, ατμόπαπια των Φώκλαντ (Tachyeres brachypterus)