11 αποτελέσματα για «般»

般若 はんにゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πράντζνα (σοφία που απαιτείται για την επίτευξη της φώτισης)
  2. 02 χάνια, μάσκα δαιμονισμένης με κέρατα και πλατύ χαμόγελο (αντιπροσωπεύει την οργή και τη ζήλια μιας γυναίκας)
  3. 03 τρομακτικό πρόσωπο (κυρίως γυναίκας που έχει τρελαθεί από τη ζήλια), εφιαλτική έκφραση προσώπου
般若心経 はんにゃしんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 καρδιά της σούτρα, σούτρα της καρδιάς
般若面 はんにゃめん

ουσιαστικό

  1. 01 χάνια, μάσκα δαιμονικής γυναίκας με κέρατα και πλατύ χαμόγελο που αναπαριστά τον θυμό και τη ζήλια μιας γυναίκας
  2. 02 τρομακτικό πρόσωπο (ειδικά γυναίκας που έχει τρελαθεί από τη ζήλια), εφιαλτική έκφραση προσώπου
般若波羅蜜多 はんにゃはらみった

ουσιαστικό

  1. 01 πάνια-παραμίτα (τελειότητα της σοφίας)
般若湯 はんにゃとう

ουσιαστικό

  1. 01 σάκε, αλκοόλ, οινοπνευματώδες ποτό
般若波羅蜜 はんにゃはらみつ

ουσιαστικό

  1. 01 χάνια-παραμίτα (τελειότητα της σοφίας)
般若経 はんにゃきょう

ουσιαστικό

  1. 01 Πράζνια Παραμίτα Σούτρα, Σούτρα της Τελειότητας της Σοφίας
般ピー ぱんピー

ουσιαστικό

  1. 01 κοινός άνθρωπος, απλός πολίτης
  2. 02 μη οπαδός, μη οτάκου, μη υποστηρικτής της visual kei σκηνής, φυσιολογικός άνθρωπος
般涅槃 はつねはん

ουσιαστικό

  1. 01 παρινιρβάνα, τέλεια νιρβάνα
  2. 02 η είσοδος του Γκαουτάμα Βούδα στη νιρβάνα
  3. 03 θάνατος
般舟三昧経 はんじゅざんまいきょう

ουσιαστικό

  1. 01 Χαντζου ζανμάι κιό, σούτρα του σαμάντι της κατά πρόσωπο συνάντησης με τους Βούδες του παρόντος
  1. 01 φορέας
  2. 02 μεταφέρω
  3. 03 όλος
  4. 04 γενικός
  5. 05 είδος
  6. 06 είδος