5 αποτελέσματα για «舳»

舳先 へさき

ουσιαστικό

  1. 01 πλώρη (πλοίου), πρώρα
じく

ουσιαστικό

  1. 01 πλώρη (πλοίου), πρώρα
舳艫 じくろ

ουσιαστικό

  1. 01 πλώρη και πρύμνη
舳艫千里 じくろせんり

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλος αριθμός πλοίων που πλέουν σε μακρά σχηματισμό σαν αλυσίδα
  1. 01 πλώρη
  2. 02 πλώρη