13 αποτελέσματα για «舵»
舵 かじ
ουσιαστικό
- 01 πηδάλιο, τιμόνι
舵取り かじとり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τιμονιά, κυβερνήτης, πηδαλιούχος, κωπηλάτης με πηδάλιο
- 02 καθοδήγηση, ηγεσία, ηγέτης, διευθυντής
舵を切る かじをきる
άλλο, ρήμα
- 01 αλλάζω κατεύθυνση (πολιτικής κ.ά.), στρίβω το πηδάλιο (πλοίου)
舵を取る かじをとる
άλλο, ρήμα
- 01 κυβερνώ πλοίο
- 02 διευθύνω, αναλαμβάνω τη διοίκηση, κρατώ το τιμόνι
舵輪 だりん
ουσιαστικό
- 01 πηδάλιο, τιμόνι πλοίου
舵手 だしゅ
ουσιαστικό
- 01 τιμονιέρης, πηδαλιούχος, κυβερνήτης
舵柄 かじづか
ουσιαστικό
- 01 τιμόνι, λαγουδέρα
舵面 だめん
ουσιαστικό
- 01 επιφάνεια ελέγχου
舵付き かじつき
άλλο
- 01 με πηδαλιούχο (κωπηλασία), διαθέτων πηδαλιούχο
舵無し かじなし
άλλο
- 01 χωρίς πηδαλιούχο (κωπηλασία)
舵なしペア かじなしペア
ουσιαστικό
- 01 δίκωπος χωρίς πηδαλιούχο (κωπηλασία)
舵なしフォア かじなしフォア
ουσιαστικό
- 01 τετράκωπος χωρίς πηδαλιούχο (κωπηλασία), τετράκωπος άνευ
舵
- 01 πηδάλιο
- 02 πηδάλιο
- 03 τιμόνι