7 αποτελέσματα για «舶»
舶来 はくらい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εισαγόμενος, ξένης κατασκευής
舶来品 はくらいひん
ουσιαστικό
- 01 εισαγόμενο είδος, προϊόν ξένης κατασκευής, εισαγόμενα προϊόντα, ξένα προϊόντα
舶 つむ
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο πλοίο
舶載 はくさい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θαλάσσια μεταφορά, εισαγωγή
舶用機関 はくようきかん
ουσιαστικό
- 01 ναυτική μηχανή
舶用 はくよう
άλλο
- 01 θαλάσσιος, ναυτιλιακός, για πλοία
舶
- 01 υπερωκεάνιο
- 02 πλοίο