9 αποτελέσματα για «舷»

舷側 げんそく

ουσιαστικό

  1. 01 πλευρά πλοίου, πλευρικός κανονιοβολισμός
げん

ουσιαστικό

  1. 01 πλευρά πλοίου, κουπαστή
舷窓 げんそう

ουσιαστικό

  1. 01 φινιστρίνι
舷梯 げんてい

ουσιαστικό

  1. 01 κλίμακα αποβάθρας (σκάλα)
舷門 げんもん

ουσιαστικό

  1. 01 κλίμακα πλοίου
舷頭 げんとう

ουσιαστικό

  1. 01 κουπαστή
舷灯 げんとう

ουσιαστικό

  1. 01 φώτα πορείας, πλευρικός φανός
舷側砲 げんそくほう

ουσιαστικό

  1. 01 πλευρικό πυροβόλο, πυροβόλο πλευράς πλοίου
  1. 01 κουπαστή