8 αποτελέσματα για «艇»
艇 てい
ουσιαστικό
- 01 μικρό σκάφος, βάρκα
艇長 ていちょう
ουσιαστικό
- 01 κυβερνήτης (μικρού υποβρυχίου, τορπιλακάτου κ.λπ.), πηδαλιούχος μικρού σκάφους
- 02 μήκος σκάφους
艇首 ていしゅ
ουσιαστικό
- 01 πλώρη (πλοίου ή σκάφους)
艇体 ていたい
ουσιαστικό
- 01 κέλυφος σκάφους, γάστρα
艇身 ていしん
ουσιαστικό, άλλο
- 01 μήκος σκάφους (μονάδα μέτρησης σε αγώνες), απόσταση μεταξύ δύο σκαφών (σε έναν αγώνα)
艇庫 ていこ
ουσιαστικό
- 01 κωπηλατήριο, υπόστεγο σκαφών
艇差 ていさ
ουσιαστικό
- 01 μήκος σκάφους (μονάδα μέτρησης σε αγώνες), απόσταση μεταξύ δύο σκαφών (σε αγώνα)
艇
- 01 λέμβος, βάρκα με κουπιά
- 02 μικρό σκάφος, βαρκάκι