Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
2 αποτελέσματα για «艙»
艙口
そうこう
ουσιαστικό
01
καταπακτή, άνοιγμα καταστρώματος (πλοίου)
艙
01
αμπάρι (πλοίου)