23 αποτελέσματα για «艦»

かん

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμικό πλοίο
艦隊 かんたい

ουσιαστικό

  1. 01 στόλος, αρμάδα
艦長 かんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 πλοίαρχος (πολεμικού πλοίου)
艦艇 かんてい

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμικά πλοία, ναυτικά σκάφη
艦橋 かんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 γέφυρα (π.χ. σε πολεμικό πλοίο)
艦船 かんせん

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμικά πλοία και άλλα σκάφη
  2. 02 ναυτικά σκάφη
艦首 かんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 πλώρη (πολεμικού πλοίου)
艦載機 かんさいき

ουσιαστικό

  1. 01 αεροσκάφος ναυτικής βάσης, αεροσκάφος πλοίου (π.χ. ελικόπτερα)
艦砲射撃 かんぽうしゃげき

ουσιαστικό

  1. 01 ναυτικός κανονιοβολισμός
艦尾 かんび

ουσιαστικό

  1. 01 πρύμνη (πολεμικού πλοίου)
艦上 かんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 επί πολεμικού πλοίου
艦載 かんさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταφερόμενος πάνω σε πολεμικό πλοίο
艦砲 かんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 ναυτικό πυροβολικό
艦名 かんめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα πολεμικού πλοίου
艦種 かんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 κλάση πολεμικού πλοίου, κατηγορία πολεμικού πλοίου
艦型 かんけい

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος πολεμικού πλοίου
  2. 02 μοντέλο πολεμικού πλοίου
艦攻 かんこう

ουσιαστικό

  1. 01 αεροπλανοφόρο επιθετικό αεροσκάφος
艦齢 かんれい

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικία πολεμικού πλοίου
艦上機 かんじょうき

ουσιαστικό

  1. 01 αεροσκάφος αεροπλανοφόρου
艦上攻撃機 かんじょうこうげきき

ουσιαστικό

  1. 01 αεροπλανοφόρο αεροσκάφος κρούσης