6 αποτελέσματα για «艱»

艱難辛苦 かんなんしんく

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμασίες και ταλαιπωρίες, κακουχίες, στερήσεις, δυσκολίες
艱難 かんなん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κακουχίες, στερήσεις, δυσκολίες
艱苦 かんく

ουσιαστικό

  1. 01 κακουχία, ταλαιπωρία, στερήσεις, δυσχέρεια
艱難汝を玉にす かんなんなんじをたまにす

άλλο, ρήμα

  1. 01 οι κακουχίες πλάθουν τον άνθρωπο
艱難苦労 かんなんくろう

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμασίες και ταλαιπωρίες, αντιξοότητες, υπομονή σε κακουχίες και προβλήματα
  1. 01 δύσκολος
  2. 02 επίπονος, δοκιμαστικός
  3. 03 λυπάμαι, στενοχωριέμαι
  4. 04 κηδεία γονέα
  5. 05 πένθος, θρήνος
  6. 06 επικίνδυνος