28 αποτελέσματα για «芝»
芝居 しばい N3
ουσιαστικό
- 01 θεατρικό έργο, δράμα
芝生 しばふ N3
ουσιαστικό
- 01 γκαζόν, χλοοτάπητας
芝 しば N1
ουσιαστικό
- 01 γκαζόν, χλοοτάπητας
芝居がかる しばいがかる
ρήμα
- 01 υποκρίνομαι, είμαι θεατρικός, είμαι πομπώδης
芝居小屋 しばいごや
ουσιαστικό
- 01 θέατρο, σκηνή
芝居を打つ しばいをうつ
άλλο, ρήμα
- 01 στήνω παγίδα, προσποιούμαι, εξαπατώ κάποιον
- 02 ανεβάζω θεατρική παράσταση, παρουσιάζω έργο, δίνω παράσταση
芝居気 しばいぎ
ουσιαστικό
- 01 θεατρικός
芝草 しばくさ
ουσιαστικό
- 01 γκαζόν, χλοοτάπητας, γρασίδι
芝刈り しばかり
ουσιαστικό
- 01 κούρεμα γκαζόν
芝居好き しばいずき
ουσιαστικό
- 01 θεατρόφιλος, κάποιος που του αρέσει το θέατρο
芝刈り機 しばかりき
ουσιαστικό
- 01 χλοοκοπτική μηχανή
芝地 しばち
ουσιαστικό
- 01 χλοοτάπητας, γκαζόν
芝居っ気 しばいっけ
ουσιαστικό
- 01 τάση για εντυπωσιασμό, ηρωισμός, δραματικότητα, επιδειξιομανία, θεατρινισμός, (υπερβολική) θεατρικότητα
芝居茶屋 しばいぢゃや
ουσιαστικό
- 01 τσιραγιάγια (αναψυκτήριο που βρίσκεται σε θέατρο, ειδικά στο καμπούκι)
芝桜 しばざくら
ουσιαστικό
- 01 φλοξ η υποειδής (Phlox subulata), φλοξ η χλοώδης
芝居者 しばいもの
ουσιαστικό
- 01 ηθοποιός, κάποιος που εργάζεται στο θέατρο
芝麻球 チーマーチュー
ουσιαστικό
- 01 τηγανητή μπάλα με σουσάμι (τσίμα τσού)
芝居の筋 しばいのすじ
ουσιαστικό
- 01 υπόθεση θεατρικού έργου
芝蘭 しらん
ουσιαστικό
- 01 μανιτάρι γανόδερμα και ευπατόριο, αρωματικά φυτά
- 02 ταλαντούχος, ενάρετος
芝麻醤 チーマージャン
ουσιαστικό
- 01 πάστα σουσαμιού (τσιμαζιάν)