9 αποτελέσματα για «芥»
芥川賞 あくたがわしょう
ουσιαστικό
- 01 βραβείο Ακουταγκάβα (λογοτεχνικό βραβείο)
芥 ごもく
ουσιαστικό
- 01 σκουπίδια, απορρίμματα
芥子粒 けしつぶ
ουσιαστικό
- 01 σπόρος παπαρούνας
- 02 κάτι εξαιρετικά μικροσκοπικό
芥子 ケシ
ουσιαστικό
- 01 μήκων η υπνοφόρος (Papaver somniferum)
芥 あくた
ουσιαστικό
- 01 σκουπίδια, απορρίμματα, λύματα, ρύποι
芥藍 カイラン
ουσιαστικό
- 01 κάι-λαν, κινέζικο μπρόκολο
芥子泥 かいしでい
ουσιαστικό
- 01 σιναπόπλασμα
芥屋ゴルフ倶楽部 けやゴルフくらぶ
ουσιαστικό
- 01 Κέγια Γκολφ Κλαμπ (Φουκουόκα)
芥
- 01 μουστάρδα, σινάπι
- 02 κράμβη, βρούβα
- 03 σκόνη
- 04 σκουπίδια, απορρίμματα
- 05 σκουπίδια, άχρηστα πράγματα