73 αποτελέσματα για «芸»

芸術 げいじゅつ N3

ουσιαστικό

  1. 01 τέχνη, οι τέχνες
げい N1

ουσιαστικό

  1. 01 τέχνη, δεξιοτεχνία, κατόρθωμα, καλλιτεχνική ικανότητα, τεχνική, ερμηνεία
芸術家 げいじゅつか

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιτέχνης
芸当 げいとう

ουσιαστικό

  1. 01 επίδειξη, κόλπο, κατόρθωμα, ακροβατικό
  2. 02 εξαιρετική πράξη, τολμηρή ενέργεια, παράτολμη κίνηση
芸人 げいにん

ουσιαστικό

  1. 01 κωμικός (τηλεοπτικός)
  2. 02 καλλιτέχνης (ιδίως παραδοσιακών τεχνών), διασκεδαστής
  3. 03 ταλαντούχο άτομο, άτομο με επιτεύγματα
芸能人 げいのうじん

ουσιαστικό

  1. 01 διασκεδαστής, ερμηνευτής, διάσημο πρόσωπο, προσωπικότητα του θεάματος
芸術的 げいじゅつてき

επίθετο

  1. 01 καλλιτεχνικός
芸能 げいのう N2

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιο ψυχαγωγικό θέαμα, παραστατικές τέχνες
  2. 02 επιτεύγματα, δεξιότητες
芸術品 げいじゅつひん

ουσιαστικό

  1. 01 έργο τέχνης, καλλιτεχνικό δημιούργημα
芸者 げいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 γκέισα, επαγγελματίας γυναίκα καλλιτέχνις που ψυχαγωγεί, συνήθως σε παραδοσιακά συμπόσια
芸能界 げいのうかい

ουσιαστικό

  1. 01 κόσμος του θεάματος, βιομηχανία του θεάματος, σόου μπίζνες
芸術作品 げいじゅつさくひん

ουσιαστικό

  1. 01 έργο τέχνης, καλλιτεχνικό δημιούργημα, αντικείμενο τέχνης
芸妓 げいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 γκέισα
芸がない げいがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 χωρίς καλλιτεχνική ικανότητα, αδιάφορος, ανιαρός, βαρετός, ακατέργαστος, μονότονος (λόγω έλλειψης ευρηματικότητας)
芸名 げいめい

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιτεχνικό όνομα
芸術性 げいじゅつせい

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιτεχνικότητα, καλλιτεχνική ποιότητα, καλλιτεχνικός χαρακτήρας
芸事 げいごと

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακές τέχνες του θεάματος (όπως σαμισέν, κότο, χορός κ.ά.), καλλιτεχνικά επιτεύγματα
芸大 げいだい

ουσιαστικό

  1. 01 πανεπιστήμιο τεχνών, σχολή καλών τεχνών
芸風 げいふう

ουσιαστικό

  1. 01 υφολογία ερμηνείας, τρόπος υποκριτικής
芸が細かい げいがこまかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 λεπτομερής, σχολαστικός στην εργασία του