19 αποτελέσματα για «苗»

苗字 みょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 επώνυμο, οικογενειακό όνομα, επίθετο
なえ N1

ουσιαστικό

  1. 01 φυτώριο, νεαρό φυτό
  2. 02 ρυζόφυτο
苗木 なえぎ

ουσιαστικό

  1. 01 φυτώριο, δενδρύλλιο, νεαρό δέντρο
苗床 なえどこ

ουσιαστικό

  1. 01 σπορείο, φυτώριο, κασέλα σποράς
苗代 なわしろ

ουσιαστικό

  1. 01 σπορείο ρυζιού, λεκάνη για τα φυτώρια ρυζιού
苗字帯刀 みょうじたいとう

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα χρήσης επωνύμου και οπλοφορίας (κατά την περίοδο Έντο)
ミャオ

ουσιαστικό

  1. 01 Μιάο (λαός)
  2. 02 Χμονγκ
苗裔 びょうえい

ουσιαστικό

  1. 01 απόγονος
苗族 ミャオぞく

ουσιαστικό

  1. 01 Μιάο, Χμονγκ
苗畑 なえばたけ

ουσιαστικό

  1. 01 φυτώριο, σπορείο (ρυζιού, δέντρων κ.λπ.)
苗頭 びょうとう

ουσιαστικό

  1. 01 απόκλιση (πυροβολικό)
苗圃 びょうほ

ουσιαστικό

  1. 01 σπορείο, φυτώριο
苗代茱萸 なわしろぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 ναβασιγκούμι (είδος αγριελιάς, Elaeagnus pungens), αγκαθωτή ελαιαγνός, αγκαθωτή ελιά
苗代苺 なわしろいちご

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοφυές σμέουρο (Rubus parvifolius)
苗売り人 なえうりにん

ουσιαστικό

  1. 01 πωλητής δενδρυλλίων, φυτωριούχος
苗水 なわみず

ουσιαστικό

  1. 01 νερό για φυτώριο ρυζιού
苗代時 なわしろどき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος προετοιμασίας του σπορείου ρυζιού
苗条 びょうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 βλαστός, τρυφερό φυτό
  1. 01 σπορόφυτο
  2. 02 δενδρύλλιο
  3. 03 βλαστός