15 αποτελέσματα για «茅»

かや

ουσιαστικό

  1. 01 αγρωστώδες φυτό που χρησιμοποιείται για τη στρώση στεγών, ψαθί που χρησιμοποιείται για τη στρώση στεγών
茅場 かやば

ουσιαστικό

  1. 01 λιβάδι με καλαμιές, αγρός με μίσκανθο
ちがや

ουσιαστικό

  1. 01 τσιγκάγια (Imperata cylindrica)
茅屋 ぼうおく

ουσιαστικό

  1. 01 καλυβόσπιτο με αχυρένια σκεπή, παράγκα, το ταπεινό μου σπίτι
茅葺き かやぶき

ουσιαστικό

  1. 01 κάλυψη στέγης με άχυρο, αχυρένια στέγη
茅の輪 ちのわ

ουσιαστικό

  1. 01 δακτύλιος από γρασίδι κογκόν (μέσα από τον οποίο περνούν οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια τελετών καθαρμού του καλοκαιριού)
茅台酒 マオタイしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 μαοτάι (ποικιλία κινεζικού αποσταγμένου οινοπνευματώδους ποτού)
茅舎 ぼうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 καλυβάκι με αχυρένια σκεπή, παράγκα, η ταπεινή μου καλύβα
茅渟 ちぬ

ουσιαστικό

  1. 01 τσινού (είδος ψαριού, Acanthopagrus schlegeli)
茅門 かやもん

ουσιαστικό

  1. 01 πύλη με αχυρένια στέγη (χρησιμοποιείται ως είσοδος σε κήπο, ιδίως σε οίκο τελετής του τσαγιού)
  2. 02 το σπίτι μου
茅渟鯛 ちぬだい

ουσιαστικό

  1. 01 τσινού (Acanthopagrus schlegeli)
茅潜 かやくぐり

ουσιαστικό

  1. 01 καγιακουγκούρι, είδος ιαπωνικού στρουθιόμορφου πτηνού (Prunella rubida)
茅茨 ぼうし

ουσιαστικό

  1. 01 αχυρένια στέγη
  2. 02 αγρωστώδη φυτά και αγκαθωτοί θάμνοι (υλικά για αχυροσκεπές)
茅葺き屋根 かやぶきやね

ουσιαστικό

  1. 01 καλυμμένη με άχυρο στέγη
  1. 01 καλάμι μίσχανθου