62 αποτελέσματα για «荷»
荷物 にもつ N5
ουσιαστικό
- 01 αποσκευές, δέμα, πακέτο
- 02 βάρος, φορτίο
- 03 ωφέλιμο φορτίο (ενός πακέτου, κελιού κ.λπ.)
荷 に N1
ουσιαστικό
- 01 φορτίο, αποσκευές, εμπορεύματα
- 02 βάρος, ευθύνη
荷台 にだい
ουσιαστικό
- 01 καρότσα φορτηγού, σχάρα ποδηλάτου, σχάρα οροφής αυτοκινήτου
荷が重い にがおもい
άλλο, επίθετο
- 01 σηκώνω μεγάλο βάρος στους ώμους μου, επωμίζομαι μεγάλη ευθύνη
荷車 にぐるま
ουσιαστικό
- 01 χειράμαξα, κάρο
荷馬車 にばしゃ
ουσιαστικό
- 01 κάρο, άμαξα, φορτάμαξα (που έλκεται από άλογο)
荷造り にづくり N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συσκευασία, δεματοποίηση, εγκιβωτισμός
荷重 かじゅう
ουσιαστικό
- 01 φορτίο, φόρτωση, βάρος (ενός φορτίου)
荷駄 にだ
ουσιαστικό
- 01 φορτίο ζώου, φόρτωμα αλόγου
荷物を詰める にもつをつめる
άλλο, ρήμα
- 01 πακετάρω τα πράγματά μου
荷電粒子 かでんりゅうし
ουσιαστικό
- 01 φορτισμένο σωματίδιο
荷を下ろす にをおろす
άλλο, ρήμα
- 01 ξεφορτώνω, αποφορτίζομαι
荷が勝つ にがかつ
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι ανίκανος να σηκώσω το βάρος (εργασία), έχω υπερβολικά βαρύ φορτίο για τις δυνατότητές μου
荷物番 にもつばん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φύλαξη αποσκευών ή προσωπικών αντικειμένων (ώστε να μην κλαπούν)
荷解き にほどき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ξεπακετάρισμα (ιδιαίτερα μετά από μετακόμιση σε νέο σπίτι)
荷揚げ にあげ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκφόρτωση, αποβίβαση
荷船 にぶね
ουσιαστικό
- 01 φορτηγίδα, πλοίο μεταφοράς εμπορευμάτων
荷馬 にうま
ουσιαστικό
- 01 υποζύγιο, άλογο μεταφοράς φορτίων
荷役 にやく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διακίνηση φορτίου, φόρτωση και εκφόρτωση, εργασίες φορτοεκφόρτωσης
荷降ろし におろし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκφόρτωση (φορτίου), ξεφόρτωμα