5 αποτελέσματα για «荻»

おぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ογκί (φυτό του γένους Μισκανθός, Miscanthus sacchariflorus)
荻江節 おぎえぶし

ουσιαστικό

  1. 01 είδος ιαπωνικής μουσικής
荻野学説 おぎのがくせつ

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία Ογκίνο (βάση της μεθόδου του ρυθμού)
荻野式避妊法 おぎのしきひにんほう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος ογκίνο (αντισύλληψης), μέθοδος του ρυθμού
  1. 01 καλάμι
  2. 02 βούρλο