4 αποτελέσματα για «荼»

荼毘 だび

ουσιαστικό

  1. 01 αποτέφρωση
荼枳尼 だきに

ουσιαστικό

  1. 01 ντακίνι (νεραϊδοθεά)
荼毘に付す だびにふす

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποτεφρώνω (ένα σώμα)
  1. 01 ζιζάνιο