21 αποτελέσματα για «菌»
菌 きん N3
ουσιαστικό
- 01 μύκητας
- 02 μικρόβιο, βακτήριο, βάκιλος
菌類 きんるい
ουσιαστικό
- 01 μύκητας, μύκητες
菌糸 きんし
ουσιαστικό
- 01 μυκητιακό νήμα, υφή
菌床 きんしょう
ουσιαστικό
- 01 υπόστρωμα καλλιέργειας μανιταριών
菌株 きんかぶ
ουσιαστικό
- 01 στέλεχος (βακτηρίων)
菌種 きんしゅ
ουσιαστικό
- 01 βακτηριακό στέλεχος
菌核 きんかく
ουσιαστικό
- 01 σκληρώτιο
菌体 きんたい
ουσιαστικό
- 01 βακτηριακό κύτταρο
- 02 σώμα μύκητα
菌糸体 きんしたい
ουσιαστικό
- 01 μυκήλιο
菌輪 きんりん
ουσιαστικό
- 01 νεραϊδόκυκλος, δακτύλιος μανιταριών
菌血症 きんけつしょう
ουσιαστικό
- 01 βακτηριαιμία (παρουσία βακτηρίων στο αίμα), βακτηριαιμία
菌毒 きんどく
ουσιαστικό
- 01 δηλητήριο μανιταριού
菌類学 きんるいがく
ουσιαστικό
- 01 μυκητολογία
菌類学者 きんるいがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 μυκητολόγος
菌学 きんがく
ουσιαστικό
- 01 μυκητολογία
菌環 きんかん
ουσιαστικό
- 01 κύκλος μανιταριών, δακτύλιος μανιταριών
菌界 きんかい
ουσιαστικό
- 01 βασίλειο των μυκήτων, μύκητες
菌根 きんこん
ουσιαστικό
- 01 μυκόρριζα
菌症 きんしょう
ουσιαστικό
- 01 μύκωση, μυκητίαση
菌核病 きんかくびょう
ουσιαστικό
- 01 σκληρωτινίαση (Sclerotinia sclerotiorum), σήψη σκληρωτίων, σήψη στελέχους