14 αποτελέσματα για «菓»
菓子 かし N3
ουσιαστικό
- 01 ζαχαρωτά, γλυκά, καραμέλες, κέικ
菓子パン かしパン
ουσιαστικό
- 01 γλυκό αρτοσκεύασμα (π.χ. ντάνις, μελόνπαν), γλυκό αρτοπαρασκεύασμα, γλυκό ψωμί
菓子屋 かしや
ουσιαστικό
- 01 ζαχαροπλαστείο, κατάστημα γλυκών
菓子折り かしおり
ουσιαστικό
- 01 κουτί με γλυκά (συνήθως προσφέρεται ως δώρο)
菓子店 かしてん
ουσιαστικό
- 01 ζαχαροπλαστείο
菓 か
ουσιαστικό, επίθημα, άλλο
- 01 φρούτο, καρπός
- 02 μετρητής για φρούτα
菓子箱 かしばこ
ουσιαστικό
- 01 κουτί για γλυκά
菓子皿 かしざら
ουσιαστικό
- 01 πιατάκι για γλυκά
菓子鉢 かしばち
ουσιαστικό
- 01 μπωλ για γλυκίσματα
菓子器 かしき
ουσιαστικό
- 01 κουτί για γλυκά, μπολ σερβιρίσματος γλυκών
菓子盆 かしぼん
ουσιαστικό
- 01 δίσκος για γλυκά
菓子司 かしつかさ
ουσιαστικό
- 01 ζαχαροπλαστείο παραδοσιακών ιαπωνικών γλυκών (αρχικά υψηλού κύρους, που προμήθευε την αυτοκρατορική αυλή κ.λπ.), παρασκευαστής παραδοσιακών ιαπωνικών γλυκών
菓子札 かしふだ
ουσιαστικό
- 01 κάρτα (συχνά με απεικονίσεις γλυκών) που χρησιμοποιείται ως αντιπροσώπευση χρημάτων κατά τον τζόγο
菓
- 01 καραμέλα
- 02 κέικ
- 03 φρούτο