11 αποτελέσματα για «菩»
菩薩 ぼさつ
ουσιαστικό
- 01 μποσάτσου, ένα ον που έχει φτάσει στη φώτιση αλλά ορκίζεται να σώσει όλα τα όντα πριν γίνει βούδας
- 02 ανώτατος μοναχός (τίτλος που απονεμόταν από την αυτοκρατορική αυλή)
- 03 τίτλος που απονεμόταν σε σιντοϊστικά κάμι σύμφωνα με τη θεωρία της εκδήλωσης
菩提 ぼだい
ουσιαστικό
- 01 φώτιση
- 02 ευτυχία στον επόμενο κόσμο
菩提寺 ぼだいじ
ουσιαστικό
- 01 οικογενειακός ναός, ναός που φιλοξενεί τον οικογενειακό τάφο
菩提樹 ぼだいじゅ
ουσιαστικό
- 01 φιλύρα του Μικέλ (είδος φιλύρας)
- 02 ιερή συκή (Ficus religiosa), δέντρο της βόδι, δέντρο μπό, δέντρο πίπαλ
菩提を弔う ぼだいをとむらう
άλλο, ρήμα
- 01 τελώ μνημόσυνο για τους νεκρούς, προσευχόμενος για την ευτυχία τους στην επόμενη ζωή μέσω της ψαλμωδίας σούτρα
菩提心 ぼだいしん
ουσιαστικό
- 01 πνευματική αναζήτηση για την επίτευξη της βουδικής κατάστασης
菩提達磨 ぼだいだるま
ουσιαστικό
- 01 Μποντάι Ντάρουμα
菩提薩埵 ぼだいさった
ουσιαστικό
- 01 μποντισάτβα
菩提道場 ぼだいどうじょう
ουσιαστικό
- 01 μποντάι-ντότζο (τόπος βουδιστικής πρακτικής ή διαλογισμού, ειδικότερα το σημείο κάτω από το δέντρο μπόντι όπου ο Βούδας έφτασε στη φώτιση)
菩薩揚げ ぼさあげ
ουσιαστικό
- 01 τελετή που εκτελούσαν Κινέζοι έμποροι κατά την αποβίβασή τους στο Ναγκασάκι (περίοδος Έντο)
菩
- 01 είδος χόρτου
- 02 ιερό δέντρο