4 αποτελέσματα για «萱»

萱草 かんぞう

ουσιαστικό

  1. 01 ημεροκαλλίδα (οποιοδήποτε άνθος της οικογένειας Hemerocallis), κανζό
萱鼠 カヤネズミ

ουσιαστικό

  1. 01 αγριοποντικός (Micromys minutus)
萱堂 けんどう

ουσιαστικό

  1. 01 μητέρα
萱
  1. 01 καλάμι μίσχανθου