73 αποτελέσματα για «葉»
葉 は N4
ουσιαστικό
- 01 φύλλο, φύλλο χόρτου, πευκοβελόνα, φύλλο φτέρης, φύλλωμα
葉っぱ はっぱ
ουσιαστικό
- 01 φύλλο, λεπίδα (χόρτου), πευκοβελόνα
- 02 μαριχουάνα, χόρτο, κάνναβη
葉 よう
επίθημα, άλλο
- 01 επιμετρητική λέξη για φύλλα, κομμάτια χαρτιού κ.λπ.
- 02 επιμετρητική λέξη για βάρκες
葉巻 はまき
ουσιαστικό
- 01 πούρο
葉書 はがき N5
ουσιαστικό
- 01 καρτ ποστάλ
- 02 σημείωμα, αναμνηστικό χαρτάκι, κάρτα
葉月 はづき
ουσιαστικό
- 01 όγδοος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
葉桜 はざくら
ουσιαστικό
- 01 κερασιά με φύλλα, κερασιά της οποίας τα άνθη έχουν πέσει αποκαλύπτοντας τα νεαρά φύλλα
葉脈 ようみゃく
ουσιαστικό
- 01 νεύρωση φύλλου, νεύρο φύλλου
葉野菜 はやさい
ουσιαστικό
- 01 φυλλώδη λαχανικά, χόρτα
葉先 はさき
ουσιαστικό
- 01 κορυφή φύλλου, άκρη του φύλλου
葉ずれ はずれ
ουσιαστικό
- 01 θρόισμα φύλλων, θρόισμα χόρτων
葉陰 はかげ
ουσιαστικό
- 01 σκιά φύλλου ή δέντρου
葉菜 ようさい
ουσιαστικό
- 01 φυλλώδες λαχανικό, πράσινο λαχανικό, βρώσιμο βότανο
葉群 はむら
ουσιαστικό
- 01 φύλλα, φυλλωσιά
葉音 はおと
ουσιαστικό
- 01 ο ήχος που κάνουν τα φύλλα καθώς θροΐζουν
葉物野菜 はものやさい
ουσιαστικό
- 01 φυλλώδες λαχανικό, χόρτα, βρώσιμο αρωματικό βότανο
葉物 はもの
ουσιαστικό
- 01 φυτό με διακοσμητικά φύλλα
- 02 πράσινα φυλλώδη λαχανικά
葉末 はずえ
ουσιαστικό
- 01 άκρη φύλλου
葉茶 はぢゃ
ουσιαστικό
- 01 τσάι από φύλλα
葉裏 はうら
ουσιαστικό
- 01 κάτω επιφάνεια φύλλου