13 αποτελέσματα για «葡»

葡萄 ぶどう

ουσιαστικό

  1. 01 σταφύλι, αμπέλι
葡萄牙 ポルトガル

ουσιαστικό

  1. 01 Πορτογαλία
葡萄ジュース ぶどうジュース

ουσιαστικό

  1. 01 χυμός σταφυλιού

ουσιαστικό

  1. 01 Πορτογαλία
葡萄棚 ぶどうだな

ουσιαστικό

  1. 01 πλαίσιο στήριξης αμπελιού, κληματαριά
葡萄パン ぶどうパン

ουσιαστικό

  1. 01 ψωμί με σταφίδες
葡萄鼠 ぶどうねずみ

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκινωπό γκρι (χρώμα)
葡萄状球菌 ぶどうじょうきゅうきん

ουσιαστικό

  1. 01 σταφυλόκοκκος
葡萄葛 えびかずら

ουσιαστικό

  1. 01 αμπέλι
  2. 02 κοτσίδα (μαλλιών)
葡萄根油虫 ぶどうねあぶらむし

ουσιαστικό

  1. 01 φυλλοξήρα (Daktulosphaira vitifoliae)
葡語 ぽご

ουσιαστικό

  1. 01 πορτογαλικά (γλώσσα)
葡萄透翅蛾 ブドウスカシバ

ουσιαστικό

  1. 01 ακανθώδης σφήκα του σταφυλιού (Paranthrene regalis)
  1. 01 άγριο σταφύλι
  2. 02 Πορτογαλία