7 αποτελέσματα για «葵»

あおい

ουσιαστικό

  1. 01 μολόχα (οποιοδήποτε φυτό της οικογένειας των μαλαχοειδών)
  2. 02 ασάρουμ το βλαστόβλαστο (είδος άγριου τζίντζερ)
葵祭 あおいまつり

ουσιαστικό

  1. 01 γιορτή Αόι (φεστιβάλ του Κιότο, 15 Μαΐου), Αόι Ματσούρι
葵の御紋 あおいのごもん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 οικόσημο με φύλλα αόι (της οικογένειας Τοκουγκάουα), οικογενειακό έμβλημα με τριπλή μολόχα
葵花 きか

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιοτρόπιο
葵貝 あおいがい

ουσιαστικό

  1. 01 θηκοειδές κέλυφος του αργοναύτη
  2. 02 αργοναύτης (είδος κεφαλόποδου, Argonauta argo)
葵色 あおいいろ

ουσιαστικό

  1. 01 μωβ, λεβάντα, ανοιχτό μωβ
  1. 01 μολόχα