5 αποτελέσματα για «蒟»
蒟蒻 こんにゃく
ουσιαστικό
- 01 κόντζακ (Amorphophallus konjac), κόντζακ, γλωσσίδα του διαβόλου
- 02 ζελέ κόντζακ, ζελέ από κόντζακ, ζελέ γλωσσίδας του διαβόλου
蒟蒻本 こんにゃくぼん
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό μέγεθος βιβλίου (περίπου 12,5 εκ. επί 17,5 εκ.)
- 02 μυθιστόρημα της όψιμης περιόδου Έντο που απεικονίζει τη ζωή στη συνοικία των κόκκινων φαναριών
蒟醤 きんま
ουσιαστικό
- 01 μπέτελ (πιπέρι το μπέτελ)
蒟蒻ゼリー こんにゃくゼリー
ουσιαστικό
- 01 ζελέ φρούτων (πηκτωμένο με άμυλο κόνιακ), ζελατίνη φρούτων
蒟
- 01 γλώσσα του διαβόλου (φυτό)