14 αποτελέσματα για «蒲»

がま

ουσιαστικό

  1. 01 παρθένι, πλατύφυλλο παρθένι, τυφή
かば

ουσιαστικό

  1. 01 τύφη, πλατύφυλλη τύφη, βούρλο, μεγάλος ψαθίτης
  2. 02 κοκκινωπός κίτρινος
蒲公英 たんぽぽ

ουσιαστικό

  1. 01 πικραλίδα (κυρίως το είδος Taraxacum platycarpum), ταμποπόπο
蒲焼 かばやき

ουσιαστικό

  1. 01 καμπαγιάκι, χέλι ή πετροκέφαλο ψάρι βουτηγμένο σε σάλτσα με βάση τη σόγια και ψημένο στη σχάρα
蒲鉾 かまぼこ

ουσιαστικό

  1. 01 καμαμπόκο, ατμισμένος πολτός ψαριού με καρυκεύματα, συνήθως σε ημικυλινδρικό σχήμα πάνω σε ξύλινη βάση και κομμένος σε φέτες για σούπες, κ.ά.
蒲柳 ほりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πορφυρή ιτιά
  2. 02 ασθενικότητα, ευαίσθητη κράση
蒲柳の質 ほりゅうのしつ

ουσιαστικό

  1. 01 ευαίσθητη υγεία, εύθραυστη υγεία
蒲桃 ふともも

ουσιαστικό

  1. 01 φουτομόμο, τριανταφυλλιά (Syzygium jambos), μαλαμπάρ δαμάσκηνο, τζάμπος
蒲団皮 ふとんがわ

ουσιαστικό

  1. 01 κάλυμμα παπλώματος, ύφασμα στρώματος
蒲魚 かまとと

ουσιαστικό

  1. 01 προσποίηση άγνοιας, υποκρισία αθωότητας
  2. 02 άτομο (ειδικά γυναίκα) που προσποιείται τον αθώο, τον αδαή ή τον αφελή, δήθεν αθώος
蒲薦 ほせん

ουσιαστικό

  1. 01 ψάθα από βούρλο
蒲牢 ほろう

ουσιαστικό

  1. 01 πουλάο (κινεζικός δράκος)
蒲黄 ほおう

ουσιαστικό

  1. 01 γύρη της τύφης (χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική)
  1. 01 βούρλο
  2. 02 σπαθόχορτο
  3. 03 τύφη