9 αποτελέσματα για «蓑»
蓑 みの
ουσιαστικό
- 01 αδιάβροχο από άχυρο
蓑虫 みのむし
ουσιαστικό
- 01 ψυχίδη, κάμπια που κατασκευάζει θήκη
蓑笠 みのかさ
ουσιαστικό
- 01 ψάθινο καπέλο και αδιάβροχη κάπα από άχυρο
蓑笠子 みのかさご
ουσιαστικό
- 01 μινοκασάγκο (είδος σκορπιόψαρου, Pterois lunulata)
蓑亀 みのがめ
ουσιαστικό
- 01 ηλικιωμένη χελώνα με φύκια να φυτρώνουν στο καβούκι της
蓑鳩 みのばと
ουσιαστικό
- 01 περιστέρι της Νικόμπαρης (Caloenas nicobarica)
蓑になり笠になり みのになりかさになり
άλλο
- 01 παρέχω κάθε είδους βοήθεια και προστασία, λειτουργώ ως αδιάβροχο (προστατεύοντας από τη βροχή) και ως καπέλο (προστατεύοντας από τον ήλιο)
蓑曳鶏 みのひきどり
ουσιαστικό
- 01 κοτόπουλο μινοχίκι (ιαπωνική ράτσα με μακριά ουρά)
蓑
- 01 αχυρένια κάπα