5 αποτελέσματα για «蓼»
蓼 たで
ουσιαστικό
- 01 πολυγόνιο, ακαλύφθιο, ποντικιά
- 02 υδροπέπερι (Persicaria hydropiper)
蓼食う虫も好き好き たでくうむしもすきずき
άλλο
- 01 περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, γούστα είναι αυτά, ο καθένας έχει τα δικά του γούστα
蓼藍 たであい
ουσιαστικό
- 01 πολυκόμπι το βαφικό (φυτό Persicaria tinctoria, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή μπλε χρωστικής ινδικοχρωστικής)
蓼酢 たでず
ουσιαστικό
- 01 ξίδι με υδροπιπέρι, ξίδι εμποτισμένο και αναμεμειγμένο με φύλλα υδροπιπεριού, που σερβίρεται κυρίως με αλμυρό ψητό γλυκόψαρο
蓼
- 01 πολυτελές χόρτο
- 02 πολύγονο (φυτό)