6 αποτελέσματα για «蔦»
蔦 つた
ουσιαστικό
- 01 κισσός (κυρίως ο παρθενοκισσός, Parthenocissus tricuspidata)
蔦蔓 つたかずら
ουσιαστικό
- 01 κισσός και αναρριχώμενα φυτά, κληματίδες
蔦紅葉 つたもみじ
ουσιαστικό
- 01 τσουταμόμιτζι, ο κισσός που παίρνει κόκκινο χρώμα το φθινόπωρο
蔦漆 つたうるし
ουσιαστικό
- 01 ασιατικός κισσός δηλητηριώδης (Rhus ambigua)
蔦葉貝 つたのはがい
ουσιαστικό
- 01 Penepatella stellaeformis (είδος πεταλίδας)
蔦
- 01 αναρριχώμενο φυτό
- 02 κισσός