27 αποτελέσματα για «蔵»

ぞう

ουσιαστικό

  1. 01 κατοχή, ιδιοκτησία
  2. 02 Θιβέτ, Θιβετιανός λαός
くら N1

ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκη, σιταποθήκη, υπόγειο, οπλοστάσιο, σιλό, αποθετήριο, θησαυροφυλάκιο, ανελκυστήρας
蔵書 ぞうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή βιβλίων, προσωπική βιβλιοθήκη
蔵する ぞうする

ρήμα

  1. 01 αποθηκεύω, περιέχω
蔵人 くろうど

ουσιαστικό

  1. 01 φύλακας των αυτοκρατορικών αρχείων
  2. 02 τεχνίτης εξειδικευμένος στην παρασκευή σάκε ή σάλτσας σόγιας
蔵元 くらもと

ουσιαστικό

  1. 01 οινοποιείο (σάκε, σάλτσα σόγιας), ζυθοποιός
  2. 02 αποθηκάριος
蔵屋敷 くらやしき

ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκη του νταϊμιό στην πόλη
蔵相 ぞうしょう N1

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός οικονομικών
蔵本 ぞうほん

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπική βιβλιοθήκη
蔵書印 ぞうしょいん

ουσιαστικό

  1. 01 σφραγίδα ιδιοκτησίας, σφραγίδα κτήσης, εξώφυλλο βιβλίου (ex libris)
蔵書家 ぞうしょか

ουσιαστικό

  1. 01 συλλέκτης βιβλίων
蔵米 くらまい

ουσιαστικό

  1. 01 αποθηκευμένο ρύζι
蔵出し くらだし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποδέσμευση αποθηκευμένων εμπορευμάτων (κυρίως σάκε), παράδοση (αγαθών από αποθήκη)
蔵造り くらづくり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στυλ κούρα, οίκημα κατασκευασμένο όπως μια αποθήκη κούρα, με τους τοίχους καλυμμένους με λάσπη
  2. 02 κατασκευή αποθήκης κούρα, άτομο που χτίζει αποθήκες κούρα
蔵書票 ぞうしょひょう

ουσιαστικό

  1. 01 ex libris, βιβλιογραφικό σημείωμα
蔵匿 ぞうとく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόκρυψη, παροχή καταφυγίου, περίθαλψη, υπόθαλψη
蔵版 ぞうはん

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματική ιδιοκτησία, δικαιώματα εκμετάλλευσης
蔵開き くらびらき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 το πρώτο άνοιγμα της αποθήκης μετά την Πρωτοχρονιά
蔵入れ くらいれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποθήκευση, εναποθήκευση σε αποθήκη
蔵面 ぞうめん

ουσιαστικό

  1. 01 ορθογώνια μάσκα μπούγκακου κατασκευασμένη από χοντρό χαρτί και λευκό μετάξι, πάνω στην οποία είναι σχεδιασμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου