4 αποτελέσματα για «蕉»

蕉風 しょうふう

ουσιαστικό

  1. 01 ορθό ύφος στο χαϊκού (όπως αυτό του Μπασό)
蕉門 しょうもん

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής του Μπασό
蕉葉 しょうよう

ουσιαστικό

  1. 01 φύλλο μπανανιάς
  1. 01 μπανάνα
  2. 02 μαγειρική μπανάνα