8 αποτελέσματα για «蕪»
蕪 かぶ
ουσιαστικό
- 01 γογγύλι (Brassica rapa)
蕪雑 ぶざつ
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 άτακτος, συγκεχυμένος, ακατέργαστος, πρόχειρος
蕪菜 かぶな
ουσιαστικό
- 01 γογγύλι (Brassica rapa)
蕪辞 ぶじ
ουσιαστικό
- 01 τραχύς λόγος ή γραφή, ταπεινή αναφορά στα δικά μου λόγια
蕪蒸し かぶらむし
ουσιαστικό
- 01 ψάρι στον ατμό με τριμμένο γογγύλι από πάνω
- 02 κοίλο γογγύλι γεμιστό με κοτόπουλο, γαρίδες, καρπούς γκίνγκο κ.λπ.
蕪汁 かぶらじる
ουσιαστικό
- 01 σούπα μίσο με γογγύλι
蕪鮨 かぶらずし
ουσιαστικό
- 01 ναρεζούσι από μαγιάτικο και γογγύλι (τοπική σπεσιαλιτέ της Καναζάβα)
蕪
- 01 γογγύλι