13 αποτελέσματα για «薔»

薔薇 ばら

ουσιαστικό

  1. 01 τριαντάφυλλο
薔薇のつぼみ ばらのつぼみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μπουμπούκι τριαντάφυλλου
薔薇戦争 ばらせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 Πόλεμος των Ρόδων (1455-1485)
薔薇の名前 ばらのなまえ

ουσιαστικό

  1. 01 Το Όνομα του Ρόδου (μυθιστόρημα του 1980 από τον Ουμπέρτο Έκο)
薔薇十字団 ばらじゅうじだん

ουσιαστικό

  1. 01 Ροδοσταυρικός, αδελφότητα του Ρόδου και του Σταυρού
薔薇薔薇 バラバラ

επίθετο, ουσιαστικό, επίρρημα, ρήμα

  1. 01 διασκορπισμένος, διαλυμένος, χαλαρός, ασύνδετος, κομματιασμένος, σε σταγόνες, με θρόισμα
薔薇鯥 ばらむつ

ουσιαστικό

  1. 01 ροβέττος (Ruvettus pretiosus)
薔薇羽太 ばらはた

ουσιαστικό

  1. 01 μπαραχάτα (είδος πετρόψαρου, Variola louti)
薔薇笛鯛 ばらふえだい

ουσιαστικό

  1. 01 μπαραφουεντάι (είδος λουτιανίδη, Lutjanus bohar)
薔薇鱮 ばらたなご

ουσιαστικό

  1. 01 ροδόχρωμο πικρόψαρο (Rhodeus ocellatus)
薔薇輝石 ばらきせき

ουσιαστικό

  1. 01 ροδονίτης
薔薇族 ばらぞく

ουσιαστικό

  1. 01 Μπαραζόκου (περιοδικό για ομοφυλόφιλους άνδρες, 1971-2011)
  1. 01 νεροπιπέρι