5 αποτελέσματα για «薙»

薙ぎ払う なぎはらう

ρήμα

  1. 01 θερίζω, αποκόπτω, εκτελώ οριζόντια σπαθιά, σαρώνω, παρασύρω, απομακρύνω με μία κίνηση
薙ぐ なぐ

ρήμα

  1. 01 θερίζω, κουρεύω (χόρτα κ.λπ. αιωρώντας δρεπάνι, αλυσοπρίονο κ.λπ.)
薙刀 なぎなた

ουσιαστικό

  1. 01 ναγκινάτα, όπλο με κοντάρι και καμπυλωτή λεπίδα με μία κόψη (παρόμοιο με την γκλέιβ)
  2. 02 ναγκινάτα, πολεμική τέχνη χειρισμού της ναγκινάτα
薙刀術 なぎなたじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 τέχνη της χρήσης ναγκινάτα
  1. 01 θερίζω (τον εχθρό)