5 αποτελέσματα για «薦»
薦 こも
ουσιαστικό
- 01 ψάθα από πλεγμένο άχυρο (αρχικά φτιαγμένη από φύλλα άγριου ρυζιού)
- 02 ζητιάνος
- 03 μαντζουριανό άγριο ρύζι (Ζιζάνια η πλατύφυλλη)
薦被り こもかぶり
ουσιαστικό
- 01 βαρέλι τυλιγμένο σε ψάθα
- 02 ζητιάνος
薦挙 せんきょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύσταση
薦僧 こもそう
ουσιαστικό
- 01 επαίτης βουδιστής μοναχός της σχολής Φούκε
薦
- 01 προτείνω, συνιστώ
- 02 ψάθα, χαλάκι, πατάκι
- 03 συμβουλεύω
- 04 ενθαρρύνω
- 05 προσφέρω