12 αποτελέσματα για «薩»

薩摩 さつま

ουσιαστικό

  1. 01 Σατσούμα (πρώην επαρχία που βρισκόταν στα δυτικά του σημερινού νομού Καγκοσίμα)
  2. 02 γλυκοπατάτα (Ipomoea batatas)
薩長 さっちょう

ουσιαστικό

  1. 01 Σάτσουμα και Τσόσου (συμμαχία φεουδαρχικών φυλών)
薩長同盟 さっちょうどうめい

ουσιαστικό

  1. 01 συμμαχία Σάτσο, συμφωνία του 1866 μεταξύ των φεουδαρχικών περιοχών Σατσούμα και Τσοσού
薩英戦争 さつえいせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 αγγλοσατσουμαϊκός πόλεμος (1863), βομβαρδισμός της Καγκοσίμα
薩埵 さった

ουσιαστικό

  1. 01 σάτβα (αισθανόμενα όντα)
  2. 02 μποντισάτβα
  3. 03 Βατζρασάτβα
薩摩焼 さつまやき

ουσιαστικό

  1. 01 πορσελάνη σατσουμά
薩摩琵琶 さつまびわ

ουσιαστικό

  1. 01 σατσούμα μπίβα, λαούτο σατσούμα
薩婆訶 そわか

ουσιαστικό

  1. 01 σβάχα, καλώς ειπώθηκε, έτσι ας γίνει
薩摩閥 さつまばつ

ουσιαστικό

  1. 01 φυλή Σατσούμα
薩摩の守 さつまのかみ

ουσιαστικό

  1. 01 μετακίνηση με μέσο μαζικής μεταφοράς χωρίς την καταβολή εισιτηρίου (λαθρεπιβίβαση)
薩摩スティック さつまスティック

ουσιαστικό

  1. 01 τηγανητές πατάτες γλυκοπατάτας
  1. 01 σωτηρία
  2. 02 Βούδας