13 αποτελέσματα για «薪»
薪 まき
ουσιαστικό
- 01 κομμάτι καυσόξυλου (ειδικότερα τεμαχισμένου ή σχισμένου από κορμούς)
- 02 προσάναμμα (κλαδάκια, κλαδιά, κ.λπ.), καυσόξυλα
薪割り まきわり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τσεκούρι, πέλεκυς
- 02 σχίσιμο ξύλων, τεμαχισμός ξύλων
薪拾い たきぎひろい
ουσιαστικό
- 01 συλλογή καυσόξυλων
薪小屋 まきごや
ουσιαστικό
- 01 αποθήκη ξύλων
薪炭 しんたん
ουσιαστικό
- 01 καυσόξυλα και κάρβουνο, καύσιμη ύλη
薪水 しんすい
ουσιαστικό
- 01 καύσιμα και νερό, καυσόξυλα και νερό
- 02 συλλογή καυσόξυλων και μεταφορά νερού, εργασίες κουζίνας, δουλειές του σπιτιού
薪能 たきぎのう
ουσιαστικό
- 01 θέατρο νο που παρουσιάζεται τη νύχτα υπό το φως φωτιάς
薪入れ たきぎいれ
ουσιαστικό
- 01 καλάθι ξύλων, κουβάς καυσόξυλων, θήκη για κούτσουρα
薪水給与令 しんすいきゅうよれい
ουσιαστικό
- 01 Διαταγή για την παροχή καυσόξυλων και νερού (1842)
薪水の労 しんすいのろう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 χειρωνακτικές υπηρεσίες (για παράδειγμα εργασίες κουζίνας), η αφοσιωμένη υπηρεσία προς τον κύριο κάποιου χωρίς φειδώ
薪を抱いて火を救う たきぎをいだいてひをすくう
άλλο
- 01 προσπαθώ να λύσω ένα πρόβλημα αλλά το επιδεινώνω άθελά μου, προκαλώ ζημιά ενώ προσπαθώ να την αποτρέψω, προσπαθώ να σβήσω μια φωτιά κουβαλώντας καυσόξυλα
薪ストーブ まきストーブ
ουσιαστικό
- 01 σόμπα ξύλου, ξυλόσομπα
薪
- 01 καύσιμο
- 02 καυσόξυλα
- 03 προσάναμμα