7 αποτελέσματα για «薮»
薮蛇になる やぶへびになる
άλλο, ρήμα
- 01 δημιουργώ περιττή δουλειά για τον εαυτό μου, προκαλώ μπελάδες που δεν υπήρχαν, λέω κάτι που δημιουργεί προβλήματα χωρίς λόγο
薮蔭 やぶかげ
ουσιαστικό
- 01 πυκνή βλάστηση, λόχμη
薮茗荷 やぶみょうが
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική πόλλια (Pollia japonica), ένα είδος πολυετούς πόας της ανατολικής Ασίας
薮入り やぶいり
ουσιαστικό
- 01 άδεια που παραχωρείται σε υπηρέτες και μαθητευόμενους τη 16η ημέρα του πρώτου και του έβδομου μήνα
薮野兎 やぶのうさぎ
ουσιαστικό
- 01 λαγός (Lepus europaeus), ευρωπαϊκός λαγός
薮紫 ヤブムラサキ
ουσιαστικό
- 01 γιαπουμουρασάκι (είδος καλλικαρπίας με επιστημονική ονομασία Callicarpa mollis)
薮
- 01 θαμνώνας
- 02 θάμνος
- 03 υποβλάστηση
- 04 αλσύλλιο