3 αποτελέσματα για «薯»

薯蕷 とろろ

ουσιαστικό

  1. 01 τριμμένο γιαμ (τορόρο)
薯蕷汁 とろろじる

ουσιαστικό

  1. 01 σούπα από τριμμένο γιαμ
  1. 01 πατάτα