23 αποτελέσματα για «藁»

わら N1

ουσιαστικό

  1. 01 άχυρο
藁人形 わらにんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 αχυρένια κούκλα, αχυρένιο ομοίωμα
藁にもすがる わらにもすがる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πιάνομαι από τα μαλλιά, καταφεύγω σε απελπισμένα μέτρα
藁にもすがる思いで わらにもすがるおもいで

άλλο, επίρρημα

  1. 01 πιάνομαι από τα μαλλιά, ελπίζω απεγνωσμένα, ως έσχατη ελπίδα
藁束 わらたば

ουσιαστικό

  1. 01 δεμάτι άχυρο, δεσμίδα
藁葺き わらぶき

ουσιαστικό

  1. 01 αχυροσκεπή, στέγη καλυμμένη με άχυρο
藁草履 わらぞうり

ουσιαστικό

  1. 01 σανδάλι από άχυρο (warazori)
藁屋根 わらやね

ουσιαστικό

  1. 01 αχυρένια στέγη
藁をもすがる わらをもすがる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πιάνομαι από τα μαλλιά μου, καταφεύγω σε απεγνωσμένα μέτρα
藁布団 わらぶとん

ουσιαστικό

  1. 01 στρώμα από άχυρο, αχυρένιο στρώμα
藁苞 わらづと

ουσιαστικό

  1. 01 περιτύλιγμα από άχυρο
藁苞 わらすぼ

ουσιαστικό

  1. 01 οντοταμπλύοπους ο λασεπεντί (είδος γωβιού της οικογένειας των αμπλυοπίδων)
藁筵 わらむしろ

ουσιαστικό

  1. 01 ψαθί από άχυρο
藁しべ わらしべ

ουσιαστικό

  1. 01 το κεντρικό στέλεχος αποξηραμένου φυτού ρυζιού
藁灰 わらばい

ουσιαστικό

  1. 01 στάχτη αχύρου
藁帽子 わらぼうし

ουσιαστικό

  1. 01 ψαθένιο καπέλο
藁仕事 わらしごと

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατασκευή αντικειμένων από άχυρο (χειμερινή εργασία για τους αγρότες)
藁紙 わらがみ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτί από άχυρο, χαρτί ρυζιού
藁塚 わらづか

ουσιαστικό

  1. 01 σωρός από άχυρα, στοίβα από άχυρο
藁婚式 わらこんしき

ουσιαστικό

  1. 01 επέτειος γάμου από άχυρο (δεύτερη επέτειος γάμου)