2 αποτελέσματα για «藉»

藉口 しゃこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόφαση, δικαιολογία
  1. 01 χαλί
  2. 02 δανείζω
  3. 03 δανείζομαι
  4. 04 δικαιολογούμαι, βρίσκω δικαιολογίες
  5. 05 απλώνω